βράδιαζει σου κλέβω ανάσες.
το οξυγόνο τους απoμυζούν οι πνεύμονές μου,
σαν μισοπεθαμένα θηράματα

βραδιάζει σου κλέβω σφυγμούς.
αγόγγυστα
στέλνοντας χορηγό ζωής το αίμα που μου απομένει,
στα πιο απόκρυφα σκοτάδια του κορμιού

λικνίσμα ως την άκρη του ορίζοντα και πάλι πίσω,
συναντάς μια θάλασσα

να γίνεσαι βροχή

ψάχνεις να ξεφύγεις απ' το κεκτημένο
εκεινο του χρόνου
το γκρι μισοφόρι

αποπαίρνεις το λευκό και το γαλάζιο
σε βουβες εξάρσεις
παντομιμες
ακούσιοι νευρώνες
που φτύνουν πληρότητα










νεκροφάνεια

επεξεργασία λέξεων
απεγκλωβισμός
το ατόπημα των ημερών η κλωτσιά στα ζωτικά σημεία
της πραγματικότητας
έμαθα να κοιμάσαι να ξεχνάω και να νιώθω(;)
σημείο στίξης  ο αφαλός της ματαιότητας
ευθύ βλέμμα εποχή με γεύση σάρκας
είδα το νεκρό εαυτό σου σε δρόμους  παρακάτω
που δε ήξερα
στην επομένη στροφή μπορει να σε φτάσω
κοινό σημείο το βάθος της παράκρουσης
ολόγιομο το δίλημμα μιας αντίφασης
ποζαρει σαν μοιραια γκόμενα σε χρονικο όριο
εφημερου θανάτου της πιο αληθινης ψευδαίσθησης
σμίγουν οι άνθρωποι την στιγμή που μηδενίζουν
την πραγμάτωσης της χαμένης τους στιγμής
όμορφο μακελειό ηχόχρωμα κορύφωσης
σαν γελιο κρεμασμενο σε ψυχιατρείο
έμαθα να κοιμάσαι να ξεχνάω να νιώθω
το πιο θλιβερο μας στοιχείο η προσαρμογή
μοτίβο ολέθρου σαν το σώμα πάρει σχήμα
δίχως σκιά
να ψάχνεις στον αυχένα την ημερομηνια λήξης
ορόσημο
ταυτίζομαι στη ρίζα του κρυμμένου σου αποχωρισμού
είδα το νεκρό σου εαυτό και η ταυτοποίηση
έγινε με δικό μου αποτύπωμα
έμαθα να κοιμάμαι να ξεχνάω και να μη θυμάμαι
δυο δρόμους παρακάτω  

Άτιτλο

καταγραφή αλησμόνητου φόβου
στον ήχο που κάνει το σαρακι σαν μας τρώει από μεσα
λες και στις φλέβες μας κάναμε συμφωνία να κυκλοφορουν ελεύθερα τα πενθημα εμβατήρια της ληθης του αδη
το μονοπρακτο της απουσίας σε εξακολουθητικό μέλλοντα οι σκιές κάνουν πτήσεις στα πεζοδρόμια και τις πλατείες
γραπώνεται σε τοίχους με συνθήματα να φάει τις ψυχές
τούτο το γκρέμισμα άνθρωπων είναι που τα πόδια γεμίζουν χώμα και ταφόπλακα στο μιρόλοι εκουσίας πραγματικότητας,
με νιώθω να γέρνω
το σώμα μου σαν μολύβι βαρυς ασηκωτος εαυτός
από όλα τα διλήμματα ορφανέψαμε μη δίνοντας απαντήσεις
βουβαμάρα, σάστισμα σε ότι μονάχα μας σπρώχνει να αντέξουμε,
ηδονική στιγμή γεμίζω μέσα μου καπνό, δεν έχω υπνο, κανένας μας δεν έχει ,
ταβάνι σε πτήση αοριστου χρόνου, χώρου,
συναίσθημα ξεφυτρωνει πνιγοντάς μας σε αλήθειες μέχρι σε τριτο πρόσωπο ξημέρωμα να ξαναγινουμε νεκροί

Ώρα θανάτου

Η ώρα θανάτου αναγράφεται δίπλα στο δευτερόλεπτο της πρώτης μας ανάσας
Η ώρα θανάτου αναγράφεται στο πρώτο φιλί
Η ώρα θανάτου αναγράφεται στο πρώτο βήμα προς τα πίσω
Στο πρώτο σκιρτημα
Στο πρώτο ψέμα
Στην πρώτη αλήθεια
Στην πρώτη παραδοχή
Στον εγωισμο
Στο ξεπούλημα του τομαριού
Η ώρα θανάτου αναγράφεται στην πρώτη απουσία
Στο δειλιασμα
Στο αποβραδο που βριζεις τον πατέρα σου
Στο σπασμένο χρόνο πίσω από το θεατράλε του μελό
Η ώρα θανάτου αναγράφεται στο σάλιο της δηθενιας που μας γαμαει
Στην αγκαλιά που δεν πιστεψαμε
Η ώρα θανάτου αναγράφεται δίπλα από κάθε ψευδαίσθηση γαμιόλη εαυτού
Δίπλα στη φιλαυτια που γλεντάει σαν πουτανα φτηνή το σπασμένο μας συναίσθημα
Η ώρα θανάτου αναγράφεται στη σκιά που κρατά το σκυμμενο κεφάλι
Στην προδοσία του φίλου
Η ώρα θανάτου αναγράφεται στο μητρώο του εσωτερικού μας Ιούδα
Στα μισόλογα ενός έρωτα
Στην ανάγκη ενός φευγιού
Η ώρα θανάτου δεν αναγράφεται ποτέ μετά τον θάνατο.
Αόριστα σε έναν μελλοντα αναγράφεται, στις φλέβες αυτού που προσπαθεί να φτυσει ζωή όπως την ένιωσε
Η ώρα θανάτου αναγράφεται όταν σωνεται ο αέρας της ελευθερίας στο νου
Στα ματωμενα γονατα μιας
δικαιοσύνης
Η ώρα θανάτου αναγράφεται στο τελευταίο φιλι της μάνας
Η ώρα θανάτου αναγράφεται στο ταβανι του ψυχιατρείου
Στο ψέλλισμα ενός αντίο
Στη βασιλική που σφίγγει το ξωτικό το λάστιχο να γίνει, σύμπαν
Στην απόκοσμη προσευχή του αλκοολικου σακάτη
Η ώρα θανάτου αναγράφεται στη γεύση του ιδρώτα σου
Στην ξεχασμένη αθωότητα που έχει το στομα του λύκου
Ώρα θανατου 6πμ με ήχο Στέρεο Νοβα μας είδα να περπαταμε επιζησαντες στην άκρη μιας ταράτσας
Ώρα θανάτου η εσωτερική μας πτώση
Σκάσε μας πεθάναμε

μετωπικό

με κυνηγά η θάλασσα
προσωπογραφια μιας
στεριάς
ακατοίκητο στέρνο, θολό μου κύμα
ανυπόταχτη, μετωπικη σύγκρουση
το πιο μεγαλειώδες δίλημμα είναι της εγκατάλειψης
αίσκιοτη αιωνιότητα
το λακάκι του λαιμού
τέχνασμα σχηματίζει ένα ισοσκελές τρίγωνο
φαγωμένο σημάδι σε σκούνα
και ο ορίζοντας τραυματισμένος αυτοκαταστροφικος
στου βυθού το στερέωμα λύνουν τους γρίφους οι άγκυρες και οι αλήθειες
λυγάει τη μέση της και βγάζει φωτιά εκείνη που αμαρτανει σε ότι μισο αντέχει να δοθεί
σε ότι ολόκληρο αντέξει να αγαπήσει
δεν αγαπιεται, αφουγκράζεται
στης πνιγμονής την πρόφαση σαν αέρας δοσμένος σε τζούρα εξάρτησης

(ω)μμοριζα

ωδή της ακούσιας ματαιοδοξίας,
θεατράλε του ανείπωτου,
εκείνο το κλειδωμένο παράλληλο,
δυσβάσταχτο,
μονάδα μέτρησης η πιθανότητα σε εκείνον τον χρόνο που γέρνει και γλείφει τους ώμους μου ,

περγαμινές πάνω στη σάρκα της στιγμής, δεν μας φοβόμαστε,
εξόριστοι εκεί στα ακροδάχτυλα που γλιστράει η τελευταία μας κουβέντα
κρύβω κλειδιά , περιπλανιεμαι
-έτσι δέομαι-

καρτέρι του υπερσυντέλικου,
γύρω μου ντυμένο το αναπάντητο σου
ορθώνω πλάτη, μου δινομαι στην αντίσταση όσων δεν αντέχω να αναπνέω,
άνοιξη ανυπόταχτη,
αγέλαστοι σαν περιγραφή του Λουντέμη

χνώτα μιας ανυπόστατης αληθοφάνειας,
το γαμωτο στον καπνο μου,
δεν ακούω πια,
δεν ψυχανεμιζομαι πια

οι Παρασκευές είναι για τους αλώβητους
ότι έχει απομείνει από μισή κυκλοθύμια
όσο κοιτας τον ουρανό το νιώθεις χαμηλώνει, απαγκιστρώνομαι σε μακελιό σε ένα χαμόγελο του ψευτη,
γίνε κυκλάμινο

δ(φυγή)

Στριφογύρισμα
γύρω από τους δαίμονες, κερναω, δαγκωσε,
κυψελίδες με φως
το κρυμμένο μας εγώ να σφίγγει την θηλιά
βάλε χρώμα στη ζωή σου
είπε και μάτωσε το βλέμμα
αναρρίχηση της διαφυγής σε ότι αέρα έμεινε μέσα στα πνευμόνια μου
δυσνόητος στίχος
και μπερδεύω φωνήεντα
κουμπιάζει η ανάσα
γέρνουν οι ώμοι στη σκιά που δεν αναγνωρίζειται
νόθο αποτύπωμα
σε εκείνο που μου μοιάζει που σου έμοιαζε, ένοιαζε

α-ληθηνοη

Δεν μπορείς να αναλύσεις τον θάνατο
το φευγιο όταν τον έχεις νιώσει τρομακτικά στα δέκα βήματα
σε δέκα βήματα εσωτερικού εκφοβισμού
σε δέκα βήματα κενού
σε δέκα βήματα καλοκαίρι
Αύγουστος χρωστούμενος
ψέλλισμα, λυγμός
δεν σου επιτρέπεται να αναλύεις τον χαμο όταν σου κλέβει την μίλια
ουλή από γυαλιά
σακάτης χρόνος καταπίνει
περγαμινες ασφάλτου
εξίσωση ληθης, αρνησιάς
σε δέκα βήματα λίγο πριν μιας ζωης
σε δέκα βήματα πριν της ρυτιδας μιας ξε-πνοής
δεν σου επιτρέπεται να μιλας,
 ροπή απουσίας, μετράς
φάντασμα
δόσεις ανάσας
Δεν μου επιτρέπεται να μιλώ για τον θάνατο ξες τι θόρυβο κάνει μαλακα όταν σου σβήσει άνθρωπος στα χέρια
ήχος καμμένης γης
 και γίνεσαι για πάντα σύννεφο

άφιλτρο

οι άνθρωποι που γίνονται στεριά
ξεχασμένοι απόκοσμοι
μοναχικοί
χάρτες με χνώτα ταξιδεμένα
κουβαλώντας τον γεωμετρίκο ολεθρο εκείνης της μοναδικής αλήθειας, της αληθειας που καθολικά οδηγεί στην ελευθερία
φαντάσματα της πραγματικότητας
καρνάγια σε ράγες
ασθμαίνοντας άρωματα της ανελέητης αιμορραγικής εσωτερικότητας τους, σωπαίνουν, παρατηρούν, ξέρουν
όμορφοι άνθρωποι
με τσιρότα για δέρμα
με βλέμματα γεμάτα μακελιό
ψελλίζουν φθόγγους
ουρλιάζουν πόνους
σιγή ασυρμάτου κρατάνε στις φλέβες
και ο φλεβόκομβος
το γαμημένο ηλιοβασίλεμα

{παραβιασμένη πραγματικότητα} Delysid


μαζεμένο έμβρυο χώρις μήτρα σε ένα κύκλο 
χωράω ανάμεσα στα πόδια μου
η ανάσα ακουμπάει τα δάχτυλα
μετρώ να τα βρω σωστά δέκα πλεγμένα μεταξύ τους
γόνατα λυγισμένα, πανοπλία προστατεύουν το στέρνο
πέλματα που δεν βημάτισαν ποτέ
μπερδεύονται σε δρόμους σε κύματα
μάτια κλειστά, κλειδωμένα βλέφαρα τρεμοπαίζουν
κλαίμε στον ύπνο μας, ασυναίσθητα, όταν δεν μας οριζουν αντιστάσεις
μηνίγγια σφιγμένα, σφυριά
ήχος αποκαθήλωσης
λακάκι λαιμού τριγωνικό
δυσκατάπωση
πλάνεμα κόμπου
θηλιά σε χωράφι πάνω από κόκκινες παπαρούνες
τρίξιμο πόρτας ενός φόβου που κλείνει
δε με εμαθά να θυμάμαι
ασέλγια εγωπάθειας
παλινδρόμηση συναισθημάτων
ίλιγγος κάθως μικραίνει το χάος
κανένα ξάφνιασμα
τίναγμα, αντανακλαστικό ποδιών ενός νεκρού
ανατομία οστών σε κάθε λέξη
πεθαίνουν οι άνθρωποι, με όλους τους τρόπους
ο χρόνος εγκλωβισμένος στην παράνοια
ένα μικρό συμπάν στη παλάμη μου
εσωτερική πρέζα η ψυχοαποσύνθεση
χάνοντας όσα δεν είχαμε
σκοτώνει αλόγιστα η εντροπία
πίσω από κάθε σιωπΉ κρύβεται και μια ήττα
εσωτερικός διάλογος ενός διπολικού
εκεί που χάνουμε τον εαυτό μας μένει μονάχα σκιά
υψοφοβική ψευδαίσθηση
έχουμε χαριστεί στον διάολο και είναι ωραία
η μεγαλύτερη απόσταση της άρνησης εαυτού που ορίζει ο φόβος
ήχος φλέβας που τρεμοπαίζει
ανάμεσα στα πλευρά σφηνωμένα τα ξοδεμένα
ισορροπία εντεταλμένης διαφυγής
αναδιπλώνομαι
φτύνω αιμοπετάλια από τα έγκατα
καρφιά στα πλευρά και κρόταφο
καμιά αλήθεια δεν παραβιάζεται





 

Επισκέψεις

Αναγνώστες