αντίστιξη


έχω αγαπήσει την λέξη μακελιό
μετατοπίζομαι εσωτερικά και χάνω το κέντρο βάρους με μια διαστροφή
για την σύνθεση ανόμοιων εννοιών
ανταμοιβή κρυμμένη οι ασκήσεις προσομοίωσης στην εποχή
κανένας ήλιος ποτέ, κανένα γεωμετρικό κάτοπτρο μονάχα εσύ (εκει)
{αναπνέοντας κάπου στο Εδιμβούργο}
φθίνω  έναστρη ησυχία τριαντα δυο οικοσετετράωρα με δύο ώρες διαφορά
ακροατής ένας εκτελεσμένος ξανά και ξανά Αύγουστος στο χαμένο σου τοπίο
που σκαλίζω στον χάρτη με κώδικα Μπράιγ
ισοπρεναλίνη για την απομόνωση και ενέσιμο μηδέν στις αρτηρίες σχηματίζοντας μέσα μας
την αντίστροφη μέτρηση
αγνοούνται οι ανάσες την στιγμή της προσεδάφισης ακούγοντας και μυρίζοντας  τον φόβο του άλλου σε σκορπισμένα αιμοπετάλια μιας μοναξιάς που βρίσκεται σε έμμηνο ρύση
να την γκρεμίσουμε κάποια στιγμή την απουσία και όμως όλοι φύγανε,
μπερδεύτηκαν από την πολλή διαίρεση
έχω κρατήσει μια σκέψη και μια σκιά στο άπειρο έχοντας απεριόριστο χρόνο μνήμης
σε λειτουργία νυκτός και επιβεβαιωμένο το πειραματικό στάδιο όσων ασθμαίνω στο δέρμα της ψευδαίσθησης που νομιζόμενοι οι σαρκοφάγοι σου ορίζουν για αλήθεια
να μάτωνα τα μούτρα της ασάφειας μέχρι να πάρει μέσα μου σχήμα
η φθορά της αδιαφορίας σε ότι μου κλωτσάει την υπέρμετρη αξιοπρέπεια
η λέξη εξιλέωση ανήκει στους ανόητους
ό,τι ακατέργαστο εσωτερικά αναβάλλεται λόγω δύσπνοιας καταπίνοντας
το χειρότερο μας είδος,το είδος αυτών που δεν χωράνε κανέναν άνθρωπο
σε κανένα κύτταρο
εγγενής αφαίμαξη συναισθήματος και ο φαύλος κύκλος γίνεται ο λαιμός σε ό,τι μας μυρίζει για τρόπαιο
κοιτάζω μια μελανιά δίπλα στην καρωτίδα και προσπαθώ να θυμηθώ αν πόνεσε
επιβάλλεται η απόσταξη για όσα κρύβονται εντέχνως στις φλέβες μας
μη μου σκαλίζεις την σιωπή
είναι χαοτική








Θεατράλε της οδύνης

Δεν είμαστε άνθρωποι μα σύνδρομα, αναλύω την συναισθηματική νοημοσύνη που έχουν κάποιοι σε μεγαλυτερο ποσοστό από άλλους, είναι δύσκολο να ξέρεις την αιτία, το γιατι, να αντιλαμβάνεσαι νωρίς το αποτέλεσμα της κάθε επιλογής που κάνεις, σου δίνει ελευθερία, δύναμη, μα χάνεις το μαγικό του απρόβλεπτου .
-Σύνδρομο του ανικανοποίητου χωρίζω- τις λέξεις όπως τις κοιτάνε τα δικά μου μάτια, επίθετο, ουσιαστικό,  ελευθερώνω την έννοια
{ανικανοποίητο, ανίκανος ποιητής}
 Σε ένα σύνδρομο χωράει  αυτόματα ένα ακόμη,το σύνδρομο
(ανικανο-ποιητο) του ανίκανου ποιητή αυτό του αυτοκαταστροφικού.
Μουτζουρώνω την λέξη ενσυναίσθηση και προβαλει ακόμη ένα, το σύνδρομο της κατάκτησης, αυτό της ύπαρξης, της πραγμάτωσης του ανέφικτου
Δεν είμαστε άνθρωποι μα τρία σύνδρομα μαζί, του ανίκανου ποιητή, του αυτοκαταστροφικού και της κατάκτησης της μη πραγματικότητας .
Στην λέξη απόφυγή κρυμένοι διαφυγόντες, καταραμένοι, νηφάλιοι και όχι ποιητές,
εκει στην αρχη του μηδενός στην αφετηρία του φαύλου κύκλου, θεατράλε της οδυνης,
εσωτερικό παιχνίδι σικέ με την Μπλανς να φτάνει σε κορύφωση φτύνοντας ρεαλισμό στα μούτρα της μαγείας, φτάνοντας όλους τους άλλους στην αυτοκαταστροφή.
Δεν είμαστε άνθρωποι μα η διαστροφή του ακατέργαστου, εκεί που αρχίζει το μηδέν κοιτάζουμε ηλιοβασιλέματα, και λευθερώνω ξανά την έννοια
ηλιοβασιλέματα - βλέμματα ανένταχτα°

★Πλοκή θηλιάς του Ιούλη με Φρίντα
έχουν σχηματισει τρεις αστέρες πάνω από τα κεφάλια μας ένα σκαλινό τριγωνο
το λεγόμενο καλοκαιρινό τρίγωνο, είμαστε χαμένες από χερι

ψυχοτρόπος διακύμανση

Στο λιμάνι των τρελών ανθρώπων βάθος ανάσας η φωνή της Noora Noor, παίζω νευρικά στα δάχτυλα μου ένα μολύβι, τώρα τελευταία το έχω ταυτίσει με φονικό όπλο, δεν πλησιάζει, δεν πλησιάζω. Απομεσήμερο, ψυχοτρόπος διακύμανση, ανεμοποιούνται οι άνθρωποι, το χειρότερο τους σημείο ο φαύλος κύκλος στο ξανά και ξανά ενός αδυσώπητου τίποτα.
Άσκοπη αναμέτρηση με το αυτονόητο, κατανάλωση ανυπαρξίας και εσωτερικές κακώσεις, ζωσμένοι με ρεαλισμό κρατώντας αναπνοή και αποφεύγοντας απλά τις εμμονικές μέρες.
Αν παρατηρήσεις τον κόσμο εκεί έξω ανασαίνει μιμούμενος αυτό που δεν θα ήθελε να είναι. Δεν βαρέθηκε ο χρόνος το παιχνίδι της απομυθοποίησης κάποιοι μεγαλώνουν μέσα μας και κάποιοι μικραίνουν. Φταίει που θέλουμε τους ανθρώπους ελεύθερους, κάτι γίνεται και ξηλώνονται τα βλέμματα του κόσμου.
★ θά 'θελα να μην σκέφτομαι δυνατά ★
Η φυγή στις παύσεις με μόνη λογική παράμετρο αυτή της παράνοιας των ελεύθερων μυαλών, εκείνων που γυρίζουν το ρολόι του καρπού σε όποιο χρόνο θέλουν κουνώντας απλά τα βλέφαρα.
Σου γαμώ τις επισφαλείς συνθήκες φυσώντας πικραλίδες στα μάτια. Μας κυνηγάει από πάντα η λέξη διωγμός. Να αποκτούσαμε χάρτες στις πλάτες ξεκάνοντας το αστείο του προφανούς, γεμίζοντας τα πνευμόνια με εκείνο το δυνατό του γέλιου.
★ να μην σκέφτομαι δυνατά, θά 'θελα ★
Από αριθμούς έχω εσένα και εμένα, αποχρωματισμένους από την ουδετερότητα της όποιας οριοθέτησης, θα μπορούσε να είναι ενας αριθμός αυτός του απείρου.
Αντισταθμίζω για λίγο το στερεότυπο του γαλάζιου μετακινώντας τον σπόνδυλο του ορίζοντα να 'λευθερώσει μέση ο ουρανός. Από το πουθενά συννεφιάζει μα από γκρι γίνομαι ώχρα.
Η πιο αληθινή μας σκιά είναι αυτή που ξεσκουριάζει η λιακάδα και η πιο αληθινή μας ανάγκη αυτή της επιθυμίας.
Αντιστροφή ειδώλου και ας μη φτιάχνουν τα βλέμματα των ανθρώπων όπως παλιά εξοικονομώντας πανικούς για πολλές εποχές ακόμα.
Δεν ξέρω γεωγραφία όμως μαρκάρω χάρτες σε βλέμματα.
Το τέχνασμα και ο ήχος της πεταλούδας, το μέχρι τέλους κρατάει όσο μια στιγμή .
Απασφαλισμός της όποιας αναχώρησης, αυτό το 'με προϋποθέσεις' μου γαμάει από πάντα τους νευρώνες. 

φιλαυτία

ο κύκλος κλείνει
η μνήμη σβήνει
φιλαυτία
εγωκεντρική καταπίνει αμνιακό υγρό με εγωπαθή απόβλητα
μη σταματώντας ταίζοντας το θεριό με τις σάρκες της
αυτοεξορισμός σε όσα αντέχεις να είσαι
δαγκώνεις αυτούς που σου λείπουν
ανάπηρο συναίσθημα
εσού του ιδίου είδωλο θαμπό, νανουρίζεται σε καθρέφτες
γάντζωμα σε φλέβες όπου η αγάπη ψόφησε
ερυθρά αιμοσφαίρια πτυελοδοχείο
αγάπα τους ανθρώπους άσε τους άλλους να αλυχτάνε σαν σκυλιά
υπάρχουν αυτοί που τα βράδια τρώνε τα σωθικά τους
υπάρχουν και αυτοί στα πρωινά τσιγάρα, τρώνε ό,τι απέμεινε από τα σωθικά των άλλων
ο κύκλος έκλεισε
η μνήμη έσβησε
φιλαυτία
σε αυτολύπηση και εξορία ξεπουλιέται η θλίψη μου
μόνο λυπάμαι το χαμόγελο που δικάζεται στο στόμα των αθώων
σώπασε, λευτέρωσες το τέρας
μια άρνηση σε ανομία
κάποτε είχες πει θα κέρδιζε η αγάπη
σώπασε τώρα

προς εξάντληση

ο καιρός θυμίζει παλιά ημερολόγια
σκόνταψαν οι αέρηδες στα βήματα των ανθρώπων και οι διαδρομές μας άλλαξαν
κουβαλώντας ασυμβατότητες στην ραχοκοκαλιά
μεσοσπονδύλιο μεσοδιάστημα το κενό
ανάμεσα σε πραγματικότητα και ενδόμυχης διάστασης
προσαρμογή της ανάγκης σε μηδενιστική προοπτική
κάνοντας το αμφίβολο υπαρκτό
από βούληση ο παρατατικός του είμαι
το υπόλοιπο ημέρας δείχνει βροχή, το διαφεύγω θα έπρεπε να έχει παθητική μετοχή
παύση στην ανάσα του γίγνεσθαι και χρονική αντικατάσταση αυτού
οι μέρες που αντέχουμε είναι αυτές που απουσιάζουμε
ο ήλιος μοιάζει με χειροβομβίδα του χειμώνα
τοποθετώ νικοτίνη μέσα μου και νιώθω την ζαλάδα στα πνευμόνια
μας αδειάζουν οι μέρες, δεν εκπλήσσομαι
ο πιο όμορφος χρόνος είναι ο απροσάρμοστος
με δωμάτια Έιμς μοιάζει η σκέψη
η αφέλεια πάντα ήταν εποχή
μια βόλτα στο ξεθωριασμένο λιμάνι που κάποτε υπήρχε για βλέμμα
το σούρουπο ναι, είναι άνθρωπος, ξεχασμένος σε λιμάνι, στην ειρωνική διάθεση μιας Κυριακής
ο λυγμός είναι χρώμα στο φαινόμενο της Φάτα Μοργκάνα
βάσανο να απομυθοποιείς τον ωκεανό στο συννοθύλευμα του ανένταχτου ουρανού
λες και μπορεί να οριοθετήσεις την ψευδαίσθηση
μια χούφτα ηλιοβασίλεμα σε ένα ακίνητο γκρι
αφαιρετικότητα σε μια γουλιά χαμόγελο, μια πρέζα κυνισμού
και ο Waits αναρωτιέται
προσπαθώ να συναρμολογήσω ανθρώπους μέσα μου και πάντα βρέχει
ο φλεβόκομβός μου άναρχος, βρίσκεται σε σημείο του χάρτη και σε άνθρωπο
παυσίπονα για όσα έχουμε σκοτώσει
τα βράδια μας γέμισαν θυμούς
γέννησαν οι νύχτες ψυχαναγκασμούς, ψυχοτρόπα και ξέμπαρκους εγωισμούς
καταπίνοντας χρονοδιακόπτες μπας και γίνουμε άνθρωποι
ένα εσωτερικό ρολόι που πάει δυο ώρες πίσω ψάχνοντας την αφορμή
ήσυχα και αδιάφορα κάποια στιγμή η αναμονή θα βγάλει το περίστροφο και θα μας πυροβολήσει
ατροπίνη για όλα, λες και θα δίσταζε ποτέ η αγάπη
η φυγή είναι πολλές φορές "νιώθω", που παραμένει κλειδωμένο στις αρθρώσεις
σε μια κενή αντίδραση να θέσουμε συρματόπλεγμα γύρω από ό,τι νομίζει ο καθένας
όποιος προσπαθεί να μας αποδείξει ας πάρει την ευθύνη
ας είναι η υπόσχεση να μας δείξει τον δρόμο
χειμώνιασε ενσυναίσθηση, σταματάει στο ίδιο σημείο και αναπνέει
προς εξάντληση, στο magic bus της λήθης
να κρυφτούμε στην στιγμή εκεί που θα κοιμηθεί ο χειμώνας














εσωστρακισμός


φθίνουσα ησυχία εγγενής αδυναμία
κυκλοφορούν εκεί έξω με μια θλίψη στην πλάτη
έχοντας για κρυψώνα αυτή κάτω από το δέρμα τους
με χαμόγελα κρυμμένα μέσα από τα δόντια τρώγοντας την σάρκα της χαράς
δαγκώνουν θαυμαστικά και επιφωνήματα σε ότι όμορφο αντικρίζουν

"
κάνε λίγο τον άνθρωπο να δω αν αντέχω"
μουγκρίζουμε παλεύοντας με την σκιά μας
προαυλίζεται ο χειμώνας και ακούγεται ένας ρόγχος
πονάνε οι κλειδώσεις μου από το εγώ σου
τα απογεύματα έχω κενά μνήμης
μα τα βράδια μέσα μου μακελειό
έναστρες πνοές σχηματίζοντας κλιμάκωση Κολμογκοροφ στο ταβάνι
τις νύχτες πατάω το κουμπί της αναβολής
έχοντας ριζωμένο στον αυχένα το "διάφανες αυλαίες" του Εμπειρίκου
όταν με τσαλακώνουν άνθρωποι μεταμορφώνομαι σε κομφετί
καπνίζοντας την θλιβερή αυτογνωσία των ορίων μας
η μεγαλύτερη ποινή της εθελούσιας απουσίας τα πολύτιμα συναισθήματα του ασυνείδητου
με ότι εύθραυστο κυκλοφορεί στις φλέβες μας,
κάποια μέρα θα εξημερώσουμε τους ανθρώπους.
Νοητά*
ο κόσμος να είχε ήχο πιάνου, αναπνέοντας σε μια χούφτα, έχοντας άρωμα μανταρινιού
οι ήχοι που ντύνει τις ταινίες ο Κισλόφσκι και οι άνθρωποι ασπρόμαυρoι
πράξη ζωής: δύο μείον ένα ίσον μηδέν
ο ουρανός επαίτης αλκοολικός, μας χαρακώνει με ελπίδες
τρομάζω, μας κατάλαβα,
αντέχουμε να φτάσουμε στον δαίμονα και στον θεό την ίδια στιγμή με ένα πρόσωπο
αυτόχειρες με τις σκανδάλες του Καρυωτάκη και αυτόχειρες με τα θραύσματα στο μέρος της καρδιάς
το μεγαλύτερο φονικό όπλο είναι ο άνθρωπος, μας τελειώσαμε, χώμα νερό ταυτοπροσωπία.
Στους τοίχους του κόσμου θα ζωγράφιζα
-επανάσταση μάγκα είναι η αποκαθήλωση του -εγώ-
εσωτερική εξέγερση του Ιούδα, του προδότη και του προδομένου
 
 
 

εμβύθιση

παράθυρο της προσμονής των χεριών, ελλείμματα
φιμωμένοι, γίναμε με τα χρόνια εκπνοές
στην καταβύθιση μιας πόλης,
τραυλίζει το βλέμμα σε ήχους
που κάνουν οι αέρηδες μιας λησμονιάς
εκείνης... που εκρήγνυται στα σπλάχνα μιας σιωπής
στις ικεσίες των απωλεσθέντων,
εκείνων... που βυθίζονται ενδόμυχα

σκαρφαλώνοντας στους τοίχους της ψυχής
βυθός και ναυάγιο και οι δυο μαζί
με τα χείλη σφιγμένα σε όσα δεν άγγιξε η σκιά μας
σε όσα θα πνιγεί το κύμα στο στέρνο
ηλιοβασίλεμα οι άνθρωποι δύουν μέσα μας ή μας καταπίνουν
γιατί η γεωμετρία αυτής της πόλης είναι οι ανάσες των μοναχικών 
στο παράθυρο του χρόνου εκεί που ζυγίζει η ματαιότητα την στιγμή
εκεί όπου ελευθερώνεται ο χρόνος
το ξημέρωμα γυρίζω τα ρολόγια μας ώρες πίσω
στο λευκό της πλάτης χαρτογραφώντας σημάδια
ματώνει ο ήλιος φωτίζοντας την σάρκα μας
σπονδυλική στήλη σαξόφωνο, βραχνιασμένη ανάσα
δρόμοι ιδρωμένοι τσιμέντα μυρίζουν βροχή
όπως μυρίζουν τα μάτια
λες και η ασπόνδυλη μελαγχολία γεννήθηκε χθες
σε εκείνο το αποτύπωμα των χειλιών 
να πάμε να ξεχειμωνιάσουμε σε εκείνο το απόκοσμο
πέτρινο φάντασμα που το τρώει η αλμύρα
οι άνθρωποι κάνουν φασαρία
μετρώντας τις διχάλες των πλευρών μου
αλλάζοντας ανάσες, μας έχει λείψει η αφορμή
εξουσιάζοντας οι απουσίες τις φλέβες μας
και ο επαναπροσδιορισμός γίνεται άνθρωπος

άναρχος ήλιος

Ένα κύμα κόσμος με παλμούς στο στόμα, στην ακοή, η καρδιά είχε σταματήσει και η ανάσα σάστιζε να κρατήσει ισορροπία στα πνευμόνια, η ψυχή είχε φύγει σε εκείνη την σκηνή μέσα στα οστά σου,
ιδρωμένα χέρια και το σώμα μην υπάρχοντας πουθενά, ο χρόνος σε μια φωνή και χώρος σε ένα βλέμμα.
Στην πρώτη γραμμή άνθιζαν λευκά λουλούδια και βγάζανε κραυγές χωρίς άχνα, με φλέβες διογκωμένες από αγάπη, δακρυικούς πόρους σαν θάλασσες και το δέρμα χάρτης με πορείες που ποτέ δεν άλλαξαν προορισμό, μια πυξίδα με μια κιθάρα να σχηματίζει ουρανό σώμα κλεψύδρα και η ψυχή σε χούφτες μοιρασμένη και γύρω σου φάροι βγάζοντας μουσική από τα σπλάχνα με βήμα καρφωμένο στις ξύλινες ράγες της σκηνής με κορμιά τρένα με ορθωμένες πανοπλίες ταξιδεύοντας σε εκείνους τους καιρούς που το άπειρο είχε σχήμα και ήχο.
Σπονδυλική στήλη ο κόσμος και η νύχτα κύτταρα ντυμένα άστρα, όλα μια αιωνιότητα και μια αλήθεια άναρχος ήλιος να ρίχνεις φωτιά στον βυθό γεννώντας ηλιοβασιλέματα μέσα στη νύχτα και η θάλασσα έγινε φλόγα, έκρηξη ζωής, κάηκε η ματαιότητα και έγινε αγάπη.


*δεν ήμουν εκεί μα _από το άπειρο σε εσένα _

υποτροπιάζουσα ψευδαίσθηση

Και ποιός μπορεί να κατανοήσει την θλίψη του κόσμου, τελευταία εβδομάδα του Αυγούστου γυρίζει ο ουρανός στην κρυψώνα του και οι μοναχικοί στα αδιάφορα ρολόγια.
Τις νύχτες συναντιόμαστε στα άκρα του εαυτού μας και όμως τα χέρια μας είναι αδειανά, τα βήματα ακρωτηριασμένα σε ατελείωτους κύκλους.
Δείξε μου πως αναπνέουν οι σκιές - στις εκπνοές όπου γεννιέται το χάδι.
{λες και θα μπορούσε να είναι απάντηση}
Σαν καράβι η πόλη γεμίζει και αδειάζει ανθρώπους, επιστροφές και αναχωρήσεις χωρίς ταξίδι, χωρίς αποσκευές, κανείς δεν υπήρξε στ' αλήθεια σε αυτό το καλοκαίρι του έλειπαν μέρες, μια απουσία με διάρκεια όσο μια ψευδαίσθηση, σαν την μεγαλύτερη παύση του χρόνου, σαν μια στιγμή που προσπέρασε με τεχνάσματα τον εαυτό της.
Αίθουσα αναμονής τα πρόσωπα με κομμάτια τσαλακωμένου χάρτη στο βλέμμα, πονάνε οι αταξίδευτοι παραπάνω από τους λεύτερους στα λιμάνια.
Ξεχασμένοι σε εκείνες τις μέρες που θα ερχόντουσαν, σε έναν λαθραίο μήνα δίχως όνομα ταυτότητα και εποχή, γεννήθηκε ο ένας στην απουσία του άλλου ψάχνοντας πνεύμονες να αναπνεύσουμε
{λες και μπορούμε να μας αντέξουμε} έχοντας ντόπα την μελαγχολία του τίποτα, υποτροπιάζει η θλίψη των καιρών στην εκλογίκευση μιας παράνοιας.

*(εγκλημα)τιστήκαμε στους χαμένους καιρούς

απολήξεις

το καλοκαίρι είναι ασπρόμαυρο
υποταγμένο σε ξεθωριασμένες εποχές
ο ήλιος γίνεται θνητός, σαστίζει
ερωτεύεται την δύση του
σκουριασμένοι άνθρωποι, κοίτα μας
με πονάνε οι κλειδώσεις μου
ασπόνδυλη η ανάσα ενέχυρο
στις εκπνοές γεννιόμαστε, να το θυμάσαι
σάβανο φέτος το χαμόγελο
μην τρομάζεις και η πιο νεκρή θάλασσα κρύβει στα σπλάγχνα της πνοές
σημεία στίξης τέλος, να βρουν οι λέξεις λεύτερες τις έννοιες
οι τάσεις φυγής μονάχα με προορισμό τα 21 μας γραμμάρια
τι διάολο, σκέτα κουφάρια λες τα καράβια
κι όμως στις άγκυρες συγχωρούνται οι ψυχές

Επισκέψεις

Αναγνώστες