(ω)μμοριζα

ωδή της ακούσιας ματαιοδοξίας,
θεατράλε του ανείπωτου,
εκείνο το κλειδωμένο παράλληλο,
δυσβάσταχτο,
μονάδα μέτρησης η πιθανότητα σε εκείνον τον χρόνο που γέρνει και γλείφει τους ώμους μου ,

περγαμινές πάνω στη σάρκα της στιγμής, δεν μας φοβόμαστε,
εξόριστοι εκεί στα ακροδάχτυλα που γλιστράει η τελευταία μας κουβέντα
κρύβω κλειδιά , περιπλανιεμαι
-έτσι δέομαι-

καρτέρι του υπερσυντέλικου,
γύρω μου ντυμένο το αναπάντητο σου
ορθώνω πλάτη, μου δινομαι στην αντίσταση όσων δεν αντέχω να αναπνέω,
άνοιξη ανυπόταχτη,
αγέλαστοι σαν περιγραφή του Λουντέμη

χνώτα μιας ανυπόστατης αληθοφάνειας,
το γαμωτο στον καπνο μου,
δεν ακούω πια,
δεν ψυχανεμιζομαι πια

οι Παρασκευές είναι για τους αλώβητους
ότι έχει απομείνει από μισή κυκλοθύμια
όσο κοιτας τον ουρανό το νιώθεις χαμηλώνει, απαγκιστρώνομαι σε μακελιό σε ένα χαμόγελο του ψευτη,
γίνε κυκλάμινο

δ(φυγή)

Στριφογύρισμα
γύρω από τους δαίμονες, κερναω, δαγκωσε,
κυψελίδες με φως
το κρυμμένο μας εγώ να σφίγγει την θηλιά
βάλε χρώμα στη ζωή σου
είπε και μάτωσε το βλέμμα
αναρρίχηση της διαφυγής σε ότι αέρα έμεινε μέσα στα πνευμόνια μου
δυσνόητος στίχος
και μπερδεύω φωνήεντα
κουμπιάζει η ανάσα
γέρνουν οι ώμοι στη σκιά που δεν αναγνωρίζειται
νόθο αποτύπωμα
σε εκείνο που μου μοιάζει που σου έμοιαζε, ένοιαζε

α-ληθηνοη

Δεν μπορείς να αναλύσεις τον θάνατο
το φευγιο όταν τον έχεις νιώσει τρομακτικά στα δέκα βήματα
σε δέκα βήματα εσωτερικού εκφοβισμού
σε δέκα βήματα κενού
σε δέκα βήματα καλοκαίρι
Αύγουστος χρωστούμενος
ψέλλισμα, λυγμός
δεν σου επιτρέπεται να αναλύεις τον χαμο όταν σου κλέβει την μίλια
ουλή από γυαλιά
σακάτης χρόνος καταπίνει
περγαμινες ασφάλτου
εξίσωση ληθης, αρνησιάς
σε δέκα βήματα λίγο πριν μιας ζωης
σε δέκα βήματα πριν της ρυτιδας μιας ξε-πνοής
δεν σου επιτρέπεται να μιλας,
 ροπή απουσίας, μετράς
φάντασμα
δόσεις ανάσας
Δεν μου επιτρέπεται να μιλώ για τον θάνατο ξες τι θόρυβο κάνει μαλακα όταν σου σβήσει άνθρωπος στα χέρια
ήχος καμμένης γης
 και γίνεσαι για πάντα σύννεφο

άφιλτρο

οι άνθρωποι που γίνονται στεριά
ξεχασμένοι απόκοσμοι
μοναχικοί
χάρτες με χνώτα ταξιδεμένα
κουβαλώντας τον γεωμετρίκο ολεθρο εκείνης της μοναδικής αλήθειας, της αληθειας που καθολικά οδηγεί στην ελευθερία
φαντάσματα της πραγματικότητας
καρνάγια σε ράγες
ασθμαίνοντας άρωματα της ανελέητης αιμορραγικής εσωτερικότητας τους, σωπαίνουν, παρατηρούν, ξέρουν
όμορφοι άνθρωποι
με τσιρότα για δέρμα
με βλέμματα γεμάτα μακελιό
ψελλίζουν φθόγγους
ουρλιάζουν πόνους
σιγή ασυρμάτου κρατάνε στις φλέβες
και ο φλεβόκομβος
το γαμημένο ηλιοβασίλεμα

{παραβιασμένη πραγματικότητα} Delysid


μαζεμένο έμβρυο χώρις μήτρα σε ένα κύκλο 
χωράω ανάμεσα στα πόδια μου
η ανάσα ακουμπάει τα δάχτυλα
μετρώ να τα βρω σωστά δέκα πλεγμένα μεταξύ τους
γόνατα λυγισμένα, πανοπλία προστατεύουν το στέρνο
πέλματα που δεν βημάτισαν ποτέ
μπερδεύονται σε δρόμους σε κύματα
μάτια κλειστά, κλειδωμένα βλέφαρα τρεμοπαίζουν
κλαίμε στον ύπνο μας, ασυναίσθητα, όταν δεν μας οριζουν αντιστάσεις
μηνίγγια σφιγμένα, σφυριά
ήχος αποκαθήλωσης
λακάκι λαιμού τριγωνικό
δυσκατάπωση
πλάνεμα κόμπου
θηλιά σε χωράφι πάνω από κόκκινες παπαρούνες
τρίξιμο πόρτας ενός φόβου που κλείνει
δε με εμαθά να θυμάμαι
ασέλγια εγωπάθειας
παλινδρόμηση συναισθημάτων
ίλιγγος κάθως μικραίνει το χάος
κανένα ξάφνιασμα
τίναγμα, αντανακλαστικό ποδιών ενός νεκρού
ανατομία οστών σε κάθε λέξη
πεθαίνουν οι άνθρωποι, με όλους τους τρόπους
ο χρόνος εγκλωβισμένος στην παράνοια
ένα μικρό συμπάν στη παλάμη μου
εσωτερική πρέζα η ψυχοαποσύνθεση
χάνοντας όσα δεν είχαμε
σκοτώνει αλόγιστα η εντροπία
πίσω από κάθε σιωπΉ κρύβεται και μια ήττα
εσωτερικός διάλογος ενός διπολικού
εκεί που χάνουμε τον εαυτό μας μένει μονάχα σκιά
υψοφοβική ψευδαίσθηση
έχουμε χαριστεί στον διάολο και είναι ωραία
η μεγαλύτερη απόσταση της άρνησης εαυτού που ορίζει ο φόβος
ήχος φλέβας που τρεμοπαίζει
ανάμεσα στα πλευρά σφηνωμένα τα ξοδεμένα
ισορροπία εντεταλμένης διαφυγής
αναδιπλώνομαι
φτύνω αιμοπετάλια από τα έγκατα
καρφιά στα πλευρά και κρόταφο
καμιά αλήθεια δεν παραβιάζεται





 

[δαίμονας εαυτού ]

Χάρισε μου ένα δαίμονα να κερδίσω τον φαυλο κύκλο μου
Να σκάσψω βαθιά μέσα στο κελί μου ξεριζώνοντας τις ευθειάζουσες μεταβλητές που καθιστούν νεκρό κάπου πιο κει το χάος που σ'αγαπησε.
Μέρες σωπαίνω και μόνο σκέφτομαι την μαγική στιγμή που βρίσκεσαι στο τέλος ανθρώπων και εποχών °
το 'χα γράψει δειλά κάποιο βράδυ, ο ήχος που κάνουν οι άνθρωποι όταν ξεχνιούνται,
δεν γουστάρω τις κρυψώνες σε άλλους ανθρώπους,
μου ράβει κλωστή το τέλος και η αρχή ξανά σε εκείνο τον χορό που στήνει η σκιά στο ίδιο, στο σκέτο,στο εκείνο, εκει που χαιδευεις με την πλάτη σου στο διαμπερες σημείο βολής σου,
κρύο πάτωμα, απομεινάρια και επιζησαντες μάντεψε ποιος, είναι
εκείνος ο ξένος που έγινες σαν φωλιασες αλήθειες σου στο εφήμερο άλλου

ανάδραση

κόκκινο στο στόμα
σπάσιμο μέσης
στην αφήγηση της νύχτας
ανάσες βηρυλλιου
αιμοπετάλια πεφτάστερου
από ήχο γρκρι
από αριθμό μηδεν
απο είναι εσύ
γδαρμένη αλήθεια
θηλιά και μέταλλο
στον άξονα του χάους
περιδίνηση και ξεπέτα του εγώ
στο λακάκι της μέσης μου
στην καθολική μου άρνηση

δεν ορίζεται η αντίδραση
τρανταχτό γέλιο
ο χρόνος τρομαγμένος στα δαχτυλά μου
φασκιωμένη αλήθεια αμετάβλητη έννοια
πραγματικός αριθμός πραγματωμένος άνρθωπος

αναλώσιμα, φτήνια και εφήμερο
δεν οριζέται η αντίδραση 
χρώμα μαύρο 
βλέμμα μηδενικό 
παλινδρόμηση της υπάρξης 
ματαιότητα με γεύση ανυπαακοής
ξενιστές συναισθήματος, παράσητικη ενσυναίσθηση

ο σαδισμός της αλεξιθυμίας
δεν μου οριζώ την αντίδραση
σώπα ανέπνεε αναγνωρίσου

σωμα
 


 

Reynolds (Re)

απροσδιόριστη αρχή το λυκαυγές της ψυχής σου που σου γεμίζει
αφετηρίες και ξεψυχά στα τέλματα. Αντανακλαστικό που σου κλωτσάει 
ή σου χαιδεύει τις σκέψεις... Σάρκα από ελπίδες για όλα εκείνα 
που θες να δώσεις πνοή από μέσα σου. 
Παραμιλητό στο ακούραστο λευκό και σε ένα γαλάζιο που σε μεθά 
με αρώματα από εκείνα που βύθισες, που έκρυψες καλά σε ένα μονάχα 
σώμα, σε ένα μονάχα αποτύπωμα.
Φωτοδότης σε σκιάχτρο μυαλό και το κάρμα της πείνας για το ανέφικτο, 
για όσα μπορούμε να νιώσουμε σε όσα φοβόμαστε να αφεθούμε.
Σε εκείνα τα κλειστά βλέφαρα της αγάπης να αποθεώνονται οι σιωπές. 
Θυμήσου, φάρος το άγγιγμα, το χάδι,  η ανάγκη της αφής να τρομάξει 
 κύτταρα συναισθήματος  τυρβωδης ροή  
Να απαλύνω τον τρόμο της στιγμής 
που χάνεται με μόχθο από το τώρα στην αδράνεια του πριν 
μοσχοβολωντας λήθη
Απαξίωση του χρόνου, ευνουχισμένος μεταβολεας  
αποσαφινηση μηδενικου ενεστωτα 
 Ξεθωριασμένη ζωγραφιά το βλέμμα 
που δεν αντέχει το χαος μεσα μας  
 πολέμιοι ορίζοντες αγγίζουμε 
το απειρο

bruise art

μας ρίχνει ξυλο η πραγματικότητα
μοιάζουμε εργα τέχνης bruise art
δάγκωμα σάρκας και στις πληγές βότκα
χαοτικη περγαμηνή το δέρμα, σε κορύφωση
ιστός και αιμοφόρα σε έξαρση ...

συλλογή αίματος με θραύσματα άρνησης
γλειψε μου τα δάκρυα
ανδρεναλινη ,τοπική αναισθησία μνήμης
γρατσουνιά σαν ήχος σαξόφωνου
άλγος σε οργασμό
μας γλεντάει η αποκαθήλωση της ουτοπίας
αν σωθείς μη ξεχάσεις
αν θυμηθώ θα σωθώ

https://www.youtube.com/watch?v=Cn84t3VIeOU

C3H5N3O9

Μας ξεπερνάνε οι άνθρωποι, μας ξεπερνάνε σαν να είναι δρόμοι , προχωράω στο στενό της Κατινάρας με 5 βαθμούς και προσπαθώ να ανακτήσω δάχτυλα και μυαλό, αυτή η πόλη μου καταπίνει τις ανάσες χρόνια τώρα, αν με ρωτάς που ενηλικιώθηκα θα σου πω κάπου στο ύψος Σόνια απέναντι σε ένα ισόγειο Καβάσιλα και Αγαθίου γωνία ,με χαραγμένο στους πνεύμονες του ένα σύνθημα παλιακό μα επίκαιρο Λευτεριά στον Μαζιώτη.
Σαν μητρώο οδός και αριθμός μου προσδιορίζει ταυτότητα και βήμα . Κατεβαίνω προς στην παραλία και αλλάζει ο αέρας, η άσφαλτος γίνεται πλακόστρωτο με αρμούς σαν πληγές χρόνων η βοή των οχημάτων σωπαίνει και παίρνει σειρά ο παφλασμός, ο αέρας και τα καικια, όλα μαζί κρατάνε τα ακόρντα του λιμανιού.
Ανοίγει το βλέμμα και νιώθω στις φλέβες μου την κατάληψη μια λησμονιάς, πιο εκεί το μικρό νησί, η τελευταία φόρα που είδα εκείνον, στην ησυχία των στίχων του να κάνει πρόβα με ένα χαμόγελο βαθύ, χυμό πορτοκάλι με ένα γκρι πουλόβερ και πάντα συνάμα του αυτό το φως, έτσι μοιάζουν οι διάφανοι, σκιές γεμάτες φως άγονες γραμμές , μοναχικοί φάροι,  καράβια που αντιστέκονται και ας αναπνέουν βυθό.
Πεισματικά ενάντια σε καιρούς και ρότα σχεδιάζω στο μυαλό μου λιμάνια και διάφανους ανθρώπους που εκπνέουν κρίνα .
Σε εκείνο το ισόγειο της Αγαθίου όπου τριγύρω μύριζε στουπί, θυμό, αναβρασμό, δύναμη , αντοχές και  βλέμματα λεύτερα, ήμουν δεν ήμουν δεκαεφτά και τα ανέπνεα όλα σε κάθε διαδρομή.
Ένα βράδυ στις τελευταίες τζούρες στριφτού στο παράθυρο της Καβάσιλα λίγα μέτρα από τον δρόμο προσπαθώντας ν΄αρνηθώ τον σφυγμό του τσιμέντου είδα το πρώτο πεφτάστερο, φωνές κυνηγητό ένα σπρέι στο χέρι και δυο ορθάνοιχτα μάτια πυγολαμπίδες τον είχαν σακατέψει στο ξύλο στο παραπάνω στενό χωμένος σε ένα μαύρο μπουφάν, με ματωμένα μούτρα, προσπαθούσε να χωθεί στο απέναντι υπόγειο του ψιθυρίζω συνωμοτικά και πηδάει μέσα δεν ρώτησα τίποτα τον άφησα να γιάνει από την ανδρεναλίνη της δικής του επανάστασης, λιγομίλητος ψέλλισε ένα όνομα χαμογέλασε και έφυγε από το ίδιο παράθυρο, για έναν χρόνο έβρισκα κάθε πρωί σε εκείνο το παράθυρο μια χούφτα καραμέλες και τους μήνες της Άνοιξης κλωνάρια νερατζιάς.
Τα χνώτα των επαναστατημένων ανθρώπων μυρίζουν νεράτζι και η σκιά τους ευωδιάζει άρνηση . 

Επισκέψεις

Αναγνώστες