Reynolds (Re)

απροσδιόριστη αρχή το λυκαυγές της ψυχής σου που σου γεμίζει
αφετηρίες και ξεψυχά στα τέλματα. Αντανακλαστικό που σου κλωτσάει 
ή σου χαιδεύει τις σκέψεις... Σάρκα από ελπίδες για όλα εκείνα 
που θες να δώσεις πνοή από μέσα σου. 
Παραμιλητό στο ακούραστο λευκό και σε ένα γαλάζιο που σε μεθά 
με αρώματα από εκείνα που βύθισες, που έκρυψες καλά σε ένα μονάχα 
σώμα, σε ένα μονάχα αποτύπωμα.
Φωτοδότης σε σκιάχτρο μυαλό και το κάρμα της πείνας για το ανέφικτο, 
για όσα μπορούμε να νιώσουμε σε όσα φοβόμαστε να αφεθούμε.
Σε εκείνα τα κλειστά βλέφαρα της αγάπης να αποθεώνονται οι σιωπές. 
Θυμήσου, φάρος το άγγιγμα, το χάδι,  η ανάγκη της αφής να τρομάξει 
 κύτταρα συναισθήματος  τυρβωδης ροή  
Να απαλύνω τον τρόμο της στιγμής 
που χάνεται με μόχθο από το τώρα στην αδράνεια του πριν 
μοσχοβολωντας λήθη
Απαξίωση του χρόνου, ευνουχισμένος μεταβολεας  
αποσαφινηση μηδενικου ενεστωτα 
 Ξεθωριασμένη ζωγραφιά το βλέμμα 
που δεν αντέχει το χαος μεσα μας  
 πολέμιοι ορίζοντες αγγίζουμε 
το απειρο

bruise art

μας ρίχνει ξυλο η πραγματικότητα
μοιάζουμε εργα τέχνης bruise art
δάγκωμα σάρκας και στις πληγές βότκα
χαοτικη περγαμηνή το δέρμα, σε κορύφωση
ιστός και αιμοφόρα σε έξαρση ...

συλλογή αίματος με θραύσματα άρνησης
γλειψε μου τα δάκρυα
ανδρεναλινη ,τοπική αναισθησία μνήμης
γρατσουνιά σαν ήχος σαξόφωνου
άλγος σε οργασμό
μας γλεντάει η αποκαθήλωση της ουτοπίας
αν σωθείς μη ξεχάσεις
αν θυμηθώ θα σωθώ

https://www.youtube.com/watch?v=Cn84t3VIeOU

C3H5N3O9

Μας ξεπερνάνε οι άνθρωποι, μας ξεπερνάνε σαν να είναι δρόμοι , προχωράω στο στενό της Κατινάρας με 5 βαθμούς και προσπαθώ να ανακτήσω δάχτυλα και μυαλό, αυτή η πόλη μου καταπίνει τις ανάσες χρόνια τώρα, αν με ρωτάς που ενηλικιώθηκα θα σου πω κάπου στο ύψος Σόνια απέναντι σε ένα ισόγειο Καβάσιλα και Αγαθίου γωνία ,με χαραγμένο στους πνεύμονες του ένα σύνθημα παλιακό μα επίκαιρο Λευτεριά στον Μαζιώτη.
Σαν μητρώο οδός και αριθμός μου προσδιορίζει ταυτότητα και βήμα . Κατεβαίνω προς στην παραλία και αλλάζει ο αέρας, η άσφαλτος γίνεται πλακόστρωτο με αρμούς σαν πληγές χρόνων η βοή των οχημάτων σωπαίνει και παίρνει σειρά ο παφλασμός, ο αέρας και τα καικια, όλα μαζί κρατάνε τα ακόρντα του λιμανιού.
Ανοίγει το βλέμμα και νιώθω στις φλέβες μου την κατάληψη μια λησμονιάς, πιο εκεί το μικρό νησί, η τελευταία φόρα που είδα εκείνον, στην ησυχία των στίχων του να κάνει πρόβα με ένα χαμόγελο βαθύ, χυμό πορτοκάλι με ένα γκρι πουλόβερ και πάντα συνάμα του αυτό το φως, έτσι μοιάζουν οι διάφανοι, σκιές γεμάτες φως άγονες γραμμές , μοναχικοί φάροι,  καράβια που αντιστέκονται και ας αναπνέουν βυθό.
Πεισματικά ενάντια σε καιρούς και ρότα σχεδιάζω στο μυαλό μου λιμάνια και διάφανους ανθρώπους που εκπνέουν κρίνα .
Σε εκείνο το ισόγειο της Αγαθίου όπου τριγύρω μύριζε στουπί, θυμό, αναβρασμό, δύναμη , αντοχές και  βλέμματα λεύτερα, ήμουν δεν ήμουν δεκαεφτά και τα ανέπνεα όλα σε κάθε διαδρομή.
Ένα βράδυ στις τελευταίες τζούρες στριφτού στο παράθυρο της Καβάσιλα λίγα μέτρα από τον δρόμο προσπαθώντας ν΄αρνηθώ τον σφυγμό του τσιμέντου είδα το πρώτο πεφτάστερο, φωνές κυνηγητό ένα σπρέι στο χέρι και δυο ορθάνοιχτα μάτια πυγολαμπίδες τον είχαν σακατέψει στο ξύλο στο παραπάνω στενό χωμένος σε ένα μαύρο μπουφάν, με ματωμένα μούτρα, προσπαθούσε να χωθεί στο απέναντι υπόγειο του ψιθυρίζω συνωμοτικά και πηδάει μέσα δεν ρώτησα τίποτα τον άφησα να γιάνει από την ανδρεναλίνη της δικής του επανάστασης, λιγομίλητος ψέλλισε ένα όνομα χαμογέλασε και έφυγε από το ίδιο παράθυρο, για έναν χρόνο έβρισκα κάθε πρωί σε εκείνο το παράθυρο μια χούφτα καραμέλες και τους μήνες της Άνοιξης κλωνάρια νερατζιάς.
Τα χνώτα των επαναστατημένων ανθρώπων μυρίζουν νεράτζι και η σκιά τους ευωδιάζει άρνηση . 

Isle of skye

στο αισθητό βάθος της παράκρουσης
υπάρχει  ένα νησί εκεί στην σάρκα της Σκωτίας 
μονάδα μέτρησης της παράνοιας εδώ να μείνεις 
προσπαθώντας να συμφιλιώσω την εγκατάλειψη 
με μια εσωτερική εγ(κατάληψη)
στο σώμα των συνειδητοποιήσεων μας ξεγελάνε οι άνθρωποι από πάντα 
οι απώλειες μας, πλάθουν τον χρόνο και έμενα μου τον ορίζει μια ξεχασμένη Αμοργό
όταν όλοι θα επιστρέφουν εμείς θα φεύγουμε στο χα πει 
ζαρωμένοι ναυτικοί με άγκυρες στα μάτια στο στόμα λιγοστές κουβέντες
πνιγμένες αλήθειες ρυτιδιασμένες , χέρια σκληρά, βήμα βαρύ, 
σημεία του χάρτη για μέτωπο και το χαμόγελο με απόσταση ποθητό, ξερό σαν στεριά που δεν την έχει λαβώσει ποτέ καμιά θάλασσα 
το κέντρο βάρος του κόσμου είναι ό,τι δεν θα καταλάβουμε ποτέ 
να σταματήσουμε να μας μετράμε
οι αποστάσεις μηδενίζονται οι απουσίες όχι
μέρες μηδενισμού δίχως επανεκκίνηση χρειάζεται να το αποφασίζουμε πριν πάρουμε ανάσα
μοιάζει γελοία στο τέλος η αφορμή 
κρατάει η αναβλητικότητα της αυταπάτης και όλα μια άσκηση προσομοίωσης 
ξεχνιέται η μέρα στον θόρυβο των βλεφάρων μπροστά σε μια καρτ ποστάλ
το εδώ κλεισμένο αεροστεγώς σε ένα δεν ξέρω τίποτα 
καταπίνω φορμόλη να κρατήσω ζωντανά κύτταρα ενός ανάποδου χαμόγελου 
πόλεμος που γιγαντώνεται χαιδεύοντας στοικά τις ρίζες στη συρραφή μιας πτώσης
να σταματήσουμε να μας μετράμε 
είναι σίγουρο πια ματώνουν οι άνθρωποι στις ησυχίες 





αντίστιξη


έχω αγαπήσει την λέξη μακελιό
μετατοπίζομαι εσωτερικά και χάνω το κέντρο βάρους με μια διαστροφή
για την σύνθεση ανόμοιων εννοιών
ανταμοιβή κρυμμένη οι ασκήσεις προσομοίωσης στην εποχή
κανένας ήλιος ποτέ, κανένα γεωμετρικό κάτοπτρο μονάχα εσύ (εκει)
{αναπνέοντας κάπου στο Εδιμβούργο}
φθίνω  έναστρη ησυχία τριαντα δυο οικοσετετράωρα με δύο ώρες διαφορά
ακροατής ένας εκτελεσμένος ξανά και ξανά Αύγουστος στο χαμένο σου τοπίο
που σκαλίζω στον χάρτη με κώδικα Μπράιγ
ισοπρεναλίνη για την απομόνωση και ενέσιμο μηδέν στις αρτηρίες σχηματίζοντας μέσα μας
την αντίστροφη μέτρηση
αγνοούνται οι ανάσες την στιγμή της προσεδάφισης ακούγοντας και μυρίζοντας  τον φόβο του άλλου σε σκορπισμένα αιμοπετάλια μιας μοναξιάς που βρίσκεται σε έμμηνο ρύση
να την γκρεμίσουμε κάποια στιγμή την απουσία και όμως όλοι φύγανε,
μπερδεύτηκαν από την πολλή διαίρεση
έχω κρατήσει μια σκέψη και μια σκιά στο άπειρο έχοντας απεριόριστο χρόνο μνήμης
σε λειτουργία νυκτός και επιβεβαιωμένο το πειραματικό στάδιο όσων ασθμαίνω στο δέρμα της ψευδαίσθησης που νομιζόμενοι οι σαρκοφάγοι σου ορίζουν για αλήθεια
να μάτωνα τα μούτρα της ασάφειας μέχρι να πάρει μέσα μου σχήμα
η φθορά της αδιαφορίας σε ότι μου κλωτσάει την υπέρμετρη αξιοπρέπεια
η λέξη εξιλέωση ανήκει στους ανόητους
ό,τι ακατέργαστο εσωτερικά αναβάλλεται λόγω δύσπνοιας καταπίνοντας
το χειρότερο μας είδος,το είδος αυτών που δεν χωράνε κανέναν άνθρωπο
σε κανένα κύτταρο
εγγενής αφαίμαξη συναισθήματος και ο φαύλος κύκλος γίνεται ο λαιμός σε ό,τι μας μυρίζει για τρόπαιο
κοιτάζω μια μελανιά δίπλα στην καρωτίδα και προσπαθώ να θυμηθώ αν πόνεσε
επιβάλλεται η απόσταξη για όσα κρύβονται εντέχνως στις φλέβες μας
μη μου σκαλίζεις την σιωπή
είναι χαοτική








Θεατράλε της οδύνης

Δεν είμαστε άνθρωποι μα σύνδρομα, αναλύω την συναισθηματική νοημοσύνη που έχουν κάποιοι σε μεγαλυτερο ποσοστό από άλλους, είναι δύσκολο να ξέρεις την αιτία, το γιατι, να αντιλαμβάνεσαι νωρίς το αποτέλεσμα της κάθε επιλογής που κάνεις, σου δίνει ελευθερία, δύναμη, μα χάνεις το μαγικό του απρόβλεπτου .
-Σύνδρομο του ανικανοποίητου χωρίζω- τις λέξεις όπως τις κοιτάνε τα δικά μου μάτια, επίθετο, ουσιαστικό,  ελευθερώνω την έννοια
{ανικανοποίητο, ανίκανος ποιητής}
 Σε ένα σύνδρομο χωράει  αυτόματα ένα ακόμη,το σύνδρομο
(ανικανο-ποιητο) του ανίκανου ποιητή αυτό του αυτοκαταστροφικού.
Μουτζουρώνω την λέξη ενσυναίσθηση και προβαλει ακόμη ένα, το σύνδρομο της κατάκτησης, αυτό της ύπαρξης, της πραγμάτωσης του ανέφικτου
Δεν είμαστε άνθρωποι μα τρία σύνδρομα μαζί, του ανίκανου ποιητή, του αυτοκαταστροφικού και της κατάκτησης της μη πραγματικότητας .
Στην λέξη απόφυγή κρυμένοι διαφυγόντες, καταραμένοι, νηφάλιοι και όχι ποιητές,
εκει στην αρχη του μηδενός στην αφετηρία του φαύλου κύκλου, θεατράλε της οδυνης,
εσωτερικό παιχνίδι σικέ με την Μπλανς να φτάνει σε κορύφωση φτύνοντας ρεαλισμό στα μούτρα της μαγείας, φτάνοντας όλους τους άλλους στην αυτοκαταστροφή.
Δεν είμαστε άνθρωποι μα η διαστροφή του ακατέργαστου, εκεί που αρχίζει το μηδέν κοιτάζουμε ηλιοβασιλέματα, και λευθερώνω ξανά την έννοια
ηλιοβασιλέματα - βλέμματα ανένταχτα°

★Πλοκή θηλιάς του Ιούλη με Φρίντα
έχουν σχηματισει τρεις αστέρες πάνω από τα κεφάλια μας ένα σκαλινό τριγωνο
το λεγόμενο καλοκαιρινό τρίγωνο, είμαστε χαμένες από χερι

ψυχοτρόπος διακύμανση

Στο λιμάνι των τρελών ανθρώπων βάθος ανάσας η φωνή της Noora Noor, παίζω νευρικά στα δάχτυλα μου ένα μολύβι, τώρα τελευταία το έχω ταυτίσει με φονικό όπλο, δεν πλησιάζει, δεν πλησιάζω. Απομεσήμερο, ψυχοτρόπος διακύμανση, ανεμοποιούνται οι άνθρωποι, το χειρότερο τους σημείο ο φαύλος κύκλος στο ξανά και ξανά ενός αδυσώπητου τίποτα.
Άσκοπη αναμέτρηση με το αυτονόητο, κατανάλωση ανυπαρξίας και εσωτερικές κακώσεις, ζωσμένοι με ρεαλισμό κρατώντας αναπνοή και αποφεύγοντας απλά τις εμμονικές μέρες.
Αν παρατηρήσεις τον κόσμο εκεί έξω ανασαίνει μιμούμενος αυτό που δεν θα ήθελε να είναι. Δεν βαρέθηκε ο χρόνος το παιχνίδι της απομυθοποίησης κάποιοι μεγαλώνουν μέσα μας και κάποιοι μικραίνουν. Φταίει που θέλουμε τους ανθρώπους ελεύθερους, κάτι γίνεται και ξηλώνονται τα βλέμματα του κόσμου.
★ θά 'θελα να μην σκέφτομαι δυνατά ★
Η φυγή στις παύσεις με μόνη λογική παράμετρο αυτή της παράνοιας των ελεύθερων μυαλών, εκείνων που γυρίζουν το ρολόι του καρπού σε όποιο χρόνο θέλουν κουνώντας απλά τα βλέφαρα.
Σου γαμώ τις επισφαλείς συνθήκες φυσώντας πικραλίδες στα μάτια. Μας κυνηγάει από πάντα η λέξη διωγμός. Να αποκτούσαμε χάρτες στις πλάτες ξεκάνοντας το αστείο του προφανούς, γεμίζοντας τα πνευμόνια με εκείνο το δυνατό του γέλιου.
★ να μην σκέφτομαι δυνατά, θά 'θελα ★
Από αριθμούς έχω εσένα και εμένα, αποχρωματισμένους από την ουδετερότητα της όποιας οριοθέτησης, θα μπορούσε να είναι ενας αριθμός αυτός του απείρου.
Αντισταθμίζω για λίγο το στερεότυπο του γαλάζιου μετακινώντας τον σπόνδυλο του ορίζοντα να 'λευθερώσει μέση ο ουρανός. Από το πουθενά συννεφιάζει μα από γκρι γίνομαι ώχρα.
Η πιο αληθινή μας σκιά είναι αυτή που ξεσκουριάζει η λιακάδα και η πιο αληθινή μας ανάγκη αυτή της επιθυμίας.
Αντιστροφή ειδώλου και ας μη φτιάχνουν τα βλέμματα των ανθρώπων όπως παλιά εξοικονομώντας πανικούς για πολλές εποχές ακόμα.
Δεν ξέρω γεωγραφία όμως μαρκάρω χάρτες σε βλέμματα.
Το τέχνασμα και ο ήχος της πεταλούδας, το μέχρι τέλους κρατάει όσο μια στιγμή .
Απασφαλισμός της όποιας αναχώρησης, αυτό το 'με προϋποθέσεις' μου γαμάει από πάντα τους νευρώνες. 

φιλαυτία

ο κύκλος κλείνει
η μνήμη σβήνει
φιλαυτία
εγωκεντρική καταπίνει αμνιακό υγρό με εγωπαθή απόβλητα
μη σταματώντας ταίζοντας το θεριό με τις σάρκες της
αυτοεξορισμός σε όσα αντέχεις να είσαι
δαγκώνεις αυτούς που σου λείπουν
ανάπηρο συναίσθημα
εσού του ιδίου είδωλο θαμπό, νανουρίζεται σε καθρέφτες
γάντζωμα σε φλέβες όπου η αγάπη ψόφησε
ερυθρά αιμοσφαίρια πτυελοδοχείο
αγάπα τους ανθρώπους άσε τους άλλους να αλυχτάνε σαν σκυλιά
υπάρχουν αυτοί που τα βράδια τρώνε τα σωθικά τους
υπάρχουν και αυτοί στα πρωινά τσιγάρα, τρώνε ό,τι απέμεινε από τα σωθικά των άλλων
ο κύκλος έκλεισε
η μνήμη έσβησε
φιλαυτία
σε αυτολύπηση και εξορία ξεπουλιέται η θλίψη μου
μόνο λυπάμαι το χαμόγελο που δικάζεται στο στόμα των αθώων
σώπασε, λευτέρωσες το τέρας
μια άρνηση σε ανομία
κάποτε είχες πει θα κέρδιζε η αγάπη
σώπασε τώρα

προς εξάντληση

ο καιρός θυμίζει παλιά ημερολόγια
σκόνταψαν οι αέρηδες στα βήματα των ανθρώπων και οι διαδρομές μας άλλαξαν
κουβαλώντας ασυμβατότητες στην ραχοκοκαλιά
μεσοσπονδύλιο μεσοδιάστημα το κενό
ανάμεσα σε πραγματικότητα και ενδόμυχης διάστασης
προσαρμογή της ανάγκης σε μηδενιστική προοπτική
κάνοντας το αμφίβολο υπαρκτό
από βούληση ο παρατατικός του είμαι
το υπόλοιπο ημέρας δείχνει βροχή, το διαφεύγω θα έπρεπε να έχει παθητική μετοχή
παύση στην ανάσα του γίγνεσθαι και χρονική αντικατάσταση αυτού
οι μέρες που αντέχουμε είναι αυτές που απουσιάζουμε
ο ήλιος μοιάζει με χειροβομβίδα του χειμώνα
τοποθετώ νικοτίνη μέσα μου και νιώθω την ζαλάδα στα πνευμόνια
μας αδειάζουν οι μέρες, δεν εκπλήσσομαι
ο πιο όμορφος χρόνος είναι ο απροσάρμοστος
με δωμάτια Έιμς μοιάζει η σκέψη
η αφέλεια πάντα ήταν εποχή
μια βόλτα στο ξεθωριασμένο λιμάνι που κάποτε υπήρχε για βλέμμα
το σούρουπο ναι, είναι άνθρωπος, ξεχασμένος σε λιμάνι, στην ειρωνική διάθεση μιας Κυριακής
ο λυγμός είναι χρώμα στο φαινόμενο της Φάτα Μοργκάνα
βάσανο να απομυθοποιείς τον ωκεανό στο συννοθύλευμα του ανένταχτου ουρανού
λες και μπορεί να οριοθετήσεις την ψευδαίσθηση
μια χούφτα ηλιοβασίλεμα σε ένα ακίνητο γκρι
αφαιρετικότητα σε μια γουλιά χαμόγελο, μια πρέζα κυνισμού
και ο Waits αναρωτιέται
προσπαθώ να συναρμολογήσω ανθρώπους μέσα μου και πάντα βρέχει
ο φλεβόκομβός μου άναρχος, βρίσκεται σε σημείο του χάρτη και σε άνθρωπο
παυσίπονα για όσα έχουμε σκοτώσει
τα βράδια μας γέμισαν θυμούς
γέννησαν οι νύχτες ψυχαναγκασμούς, ψυχοτρόπα και ξέμπαρκους εγωισμούς
καταπίνοντας χρονοδιακόπτες μπας και γίνουμε άνθρωποι
ένα εσωτερικό ρολόι που πάει δυο ώρες πίσω ψάχνοντας την αφορμή
ήσυχα και αδιάφορα κάποια στιγμή η αναμονή θα βγάλει το περίστροφο και θα μας πυροβολήσει
ατροπίνη για όλα, λες και θα δίσταζε ποτέ η αγάπη
η φυγή είναι πολλές φορές "νιώθω", που παραμένει κλειδωμένο στις αρθρώσεις
σε μια κενή αντίδραση να θέσουμε συρματόπλεγμα γύρω από ό,τι νομίζει ο καθένας
όποιος προσπαθεί να μας αποδείξει ας πάρει την ευθύνη
ας είναι η υπόσχεση να μας δείξει τον δρόμο
χειμώνιασε ενσυναίσθηση, σταματάει στο ίδιο σημείο και αναπνέει
προς εξάντληση, στο magic bus της λήθης
να κρυφτούμε στην στιγμή εκεί που θα κοιμηθεί ο χειμώνας














εσωστρακισμός


φθίνουσα ησυχία εγγενής αδυναμία
κυκλοφορούν εκεί έξω με μια θλίψη στην πλάτη
έχοντας για κρυψώνα αυτή κάτω από το δέρμα τους
με χαμόγελα κρυμμένα μέσα από τα δόντια τρώγοντας την σάρκα της χαράς
δαγκώνουν θαυμαστικά και επιφωνήματα σε ότι όμορφο αντικρίζουν

"
κάνε λίγο τον άνθρωπο να δω αν αντέχω"
μουγκρίζουμε παλεύοντας με την σκιά μας
προαυλίζεται ο χειμώνας και ακούγεται ένας ρόγχος
πονάνε οι κλειδώσεις μου από το εγώ σου
τα απογεύματα έχω κενά μνήμης
μα τα βράδια μέσα μου μακελειό
έναστρες πνοές σχηματίζοντας κλιμάκωση Κολμογκοροφ στο ταβάνι
τις νύχτες πατάω το κουμπί της αναβολής
έχοντας ριζωμένο στον αυχένα το "διάφανες αυλαίες" του Εμπειρίκου
όταν με τσαλακώνουν άνθρωποι μεταμορφώνομαι σε κομφετί
καπνίζοντας την θλιβερή αυτογνωσία των ορίων μας
η μεγαλύτερη ποινή της εθελούσιας απουσίας τα πολύτιμα συναισθήματα του ασυνείδητου
με ότι εύθραυστο κυκλοφορεί στις φλέβες μας,
κάποια μέρα θα εξημερώσουμε τους ανθρώπους.
Νοητά*
ο κόσμος να είχε ήχο πιάνου, αναπνέοντας σε μια χούφτα, έχοντας άρωμα μανταρινιού
οι ήχοι που ντύνει τις ταινίες ο Κισλόφσκι και οι άνθρωποι ασπρόμαυρoι
πράξη ζωής: δύο μείον ένα ίσον μηδέν
ο ουρανός επαίτης αλκοολικός, μας χαρακώνει με ελπίδες
τρομάζω, μας κατάλαβα,
αντέχουμε να φτάσουμε στον δαίμονα και στον θεό την ίδια στιγμή με ένα πρόσωπο
αυτόχειρες με τις σκανδάλες του Καρυωτάκη και αυτόχειρες με τα θραύσματα στο μέρος της καρδιάς
το μεγαλύτερο φονικό όπλο είναι ο άνθρωπος, μας τελειώσαμε, χώμα νερό ταυτοπροσωπία.
Στους τοίχους του κόσμου θα ζωγράφιζα
-επανάσταση μάγκα είναι η αποκαθήλωση του -εγώ-
εσωτερική εξέγερση του Ιούδα, του προδότη και του προδομένου
 
 
 

Επισκέψεις

Αναγνώστες