ο φαύλος κύκλος χορεύει

ο φαύλος κύκλος
κόβει το μακελειό με το μικρό ψαλιδάκι,
ο φαύλος κύκλος χορεύει
με το πιο όμορφο τέχνασμα μιας παράνοιας,σε σόλο του τίποτα
σε τσιγάρα δρόμους προσμονές σε εισπνοή των ξεχασμένων
σε εκπνοές των μοναχικών
αγρυπνίες στα διπλανά σκαμπό, σε βλέμματα καταραμένων νηφάλιων
με χνώτα ανυποψίαστου αθώου
ο φαυλος κύκλος χορευει σε καιρούς που ευνοεί τους αλκοολικούς από πεποίθηση
ο φαύλος κύκλος χορευέι σε σώματα
σε γέλια φορεμένα σάβανα σε κόκκινα στόματα με μαραμένα φιλιά
σε κλειστοφοβικές διαφυγές με πνιγμένους εξακουλουθητικούς μέλλοντες
ο φάυλος κύκλος χορεύει
στον χρόνο που του ορίζει το μηδέν
στη σύγκρουση μιας ανάσας σε ναρκοπέδιο
οδύνη εκπυρσοκρότηση και ονείρωξη σε δίγραμμες συνταγές
ακροβασίες σε χαμηλοτάβανες νύχτες σκοτωμένες από τις μέρες
ο φαύλος κύκλος χορεύει
σε ουρανούς γυαλόχαρτα για τις κρυφές σου πληγές
ο φαύλος κύκλος χορεύει χαοτικά ακούραστα
σε χρώμα μημαύρο
σε χρώμα μηάσπρο
ο φαύλος κύκλος χορεύει στην πιο τρομακτική σου λέξη
που δεν ουρλιάζει η λάμπα απόψε
στην υπόκλιση μες τους βυθούς που κανένας δεν αντέχει
ο φαύλος κύκλος χορεύει μέσα μας
χημική διαδικασία μετουσίωσης
ο φαύλος κύκλος πεθαίνει στα μάτια που δεν φοβούνται
σε αυτά που δακρύζουν
σωπαίνει με βλέφαρα
σφενδαμός και αληθινόη


(το μηδέν αναπνέει)

Το μηδέν αναπνέει
στη στάση που κατουράνε πιωμένοι, δαρμένοι σκύλοι
γυμνές πεταλούδες με ξεριζωμένες ψυχές
αχόρταγα παιδιά με ονειροπαλέματα τέλματα στη πρέζα
αλλόκοτες γκόμενες με σύννεφα στα μάτια
σε λασπόνερα σκάτα βιολογικά υγρά του άφοβου αυτόχειρα που κρεμάει το μέσα του στα τσιγγέλια της αλήθειας του
στο χάδι του "αλήτη" στη γκόμενα που του πουλάει παπάτζα
στο καθαρό βλέμμα που έχει το ρεμάλι δαγκώνοντας την καρδιά του πίνοντας το αίμα του να νιώσει τα ζωτικά σημεία
στη φωτεινή μαρκίζα του σινεμά που πουλάει πορνό για ανέραστους
στο ναυτικό που ξερνάει στεριές σε οδους δίχως κυμα
στον ονειροπόλο με το ξεγοφιασμένο συναίσθημα που του ρήμαξε το θηρίο
στη σιγή ασυρμάτου ενός μοναχικού παλιάτσου που αυτοκτονεί κάθε τέταρτο στον διερχόμενο συρμό
στον φόνο του ερωτευμένου ενδόμυχα από τη γροθιά στο στομάχι
στο μολύβι της τύπισσας που γράφει ποιήματα στα παγκάκια
στον ποιητή που τινάζει τα μυαλά του στον τοίχο σε κάθε λέξη και έχει ξεχάσει να κλαίει
στο σύνθημα του δρόμου με πειραγμένη την περονη
το μηδέν αναπνέει γίνεται άπειρο την στιγμή που το κέντρο βάρους του κόσμου σνιφαρει 21 γραμμάρια χωρίς τον φόβο της αποκαθήλωσης εαυτού
το μηδέν αναπνέει εκεί που η αγάπη θρυμματιζει άστρα χωρίς ντροπή
στο τρύπιο κόκκινο φούτερ που φοράς
στο μακελειό που φτύνουμε στις πληγές μας


[Χειμωνιωσαμε]

Σκοτεινιάζει νωρίτερα γεμίσαμε επιτέλους πιο εύκολες κρυψώνες 
Το σούρουπο θα είναι άνθρωπος μοναχικός που αραζει σε ένα παλιό καφενέ στρίβοντας καπνό, πίνοντας κρασί, σιωπηλός παρατηρεί καταπίνοντας κουβέντες, ζαρωμενα χέρια δυνατά με ξενητεμένες αγάπες στο βλέμμα, μιλώντας λιγοστά χαράζοντας σιωπές, χωρίς χρησμούς καθαρές σκέψεις.
Ηφαίστειο το στέρνο του σαν αναστημενος ημίθεος.
Στερνή γουλιά,βαρύ πάτημα πλησιάζει η νύχτα στην αγκαλιά μιας μάνας στην αιώνια απουσία εαυτού,μικρό παιδί να γίνεται στο ζεστό της χαμόγελο,
με την ακρη του ματιου της, βλεμμα διαπεραστικό, μπορεί και κλέβει το ηχόχρωμα που κρύβει μέσα του.
Σε κάθε επιστροφή ψάχνει να βρει τα σημάδια της πόρτας στο εφηβικό του δωμάτιο.
Γεννήθηκε το δειλινό από το σούρουπο και έγινε άνδρας που σαν κλάψει γεμίζουν οι ψυχές πεφταστεριά.



βράδιαζει σου κλέβω ανάσες.
το οξυγόνο τους απoμυζούν οι πνεύμονές μου,
σαν μισοπεθαμένα θηράματα

βραδιάζει σου κλέβω σφυγμούς.
αγόγγυστα
στέλνοντας χορηγό ζωής το αίμα που μου απομένει,
στα πιο απόκρυφα σκοτάδια του κορμιού

λικνίσμα ως την άκρη του ορίζοντα και πάλι πίσω,
συναντάς μια θάλασσα

να γίνεσαι βροχή

ψάχνεις να ξεφύγεις απ' το κεκτημένο
εκεινο του χρόνου
το γκρι μισοφόρι

αποπαίρνεις το λευκό και το γαλάζιο
σε βουβες εξάρσεις
παντομιμες
ακούσιοι νευρώνες
που φτύνουν πληρότητα










νεκροφάνεια

επεξεργασία λέξεων
απεγκλωβισμός
το ατόπημα των ημερών η κλωτσιά στα ζωτικά σημεία
της πραγματικότητας
έμαθα να κοιμάσαι να ξεχνάω και να νιώθω(;)
σημείο στίξης  ο αφαλός της ματαιότητας
ευθύ βλέμμα εποχή με γεύση σάρκας
είδα το νεκρό εαυτό σου σε δρόμους  παρακάτω
που δε ήξερα
στην επομένη στροφή μπορει να σε φτάσω
κοινό σημείο το βάθος της παράκρουσης
ολόγιομο το δίλημμα μιας αντίφασης
ποζαρει σαν μοιραια γκόμενα σε χρονικο όριο
εφημερου θανάτου της πιο αληθινης ψευδαίσθησης
σμίγουν οι άνθρωποι την στιγμή που μηδενίζουν
την πραγμάτωσης της χαμένης τους στιγμής
όμορφο μακελειό ηχόχρωμα κορύφωσης
σαν γελιο κρεμασμενο σε ψυχιατρείο
έμαθα να κοιμάσαι να ξεχνάω να νιώθω
το πιο θλιβερο μας στοιχείο η προσαρμογή
μοτίβο ολέθρου σαν το σώμα πάρει σχήμα
δίχως σκιά
να ψάχνεις στον αυχένα την ημερομηνια λήξης
ορόσημο
ταυτίζομαι στη ρίζα του κρυμμένου σου αποχωρισμού
είδα το νεκρό σου εαυτό και η ταυτοποίηση
έγινε με δικό μου αποτύπωμα
έμαθα να κοιμάμαι να ξεχνάω και να μη θυμάμαι
δυο δρόμους παρακάτω  

Άτιτλο

καταγραφή αλησμόνητου φόβου
στον ήχο που κάνει το σαρακι σαν μας τρώει από μεσα
λες και στις φλέβες μας κάναμε συμφωνία να κυκλοφορουν ελεύθερα τα πενθημα εμβατήρια της ληθης του αδη
το μονοπρακτο της απουσίας σε εξακολουθητικό μέλλοντα οι σκιές κάνουν πτήσεις στα πεζοδρόμια και τις πλατείες
γραπώνεται σε τοίχους με συνθήματα να φάει τις ψυχές
τούτο το γκρέμισμα άνθρωπων είναι που τα πόδια γεμίζουν χώμα και ταφόπλακα στο μιρόλοι εκουσίας πραγματικότητας,
με νιώθω να γέρνω
το σώμα μου σαν μολύβι βαρυς ασηκωτος εαυτός
από όλα τα διλήμματα ορφανέψαμε μη δίνοντας απαντήσεις
βουβαμάρα, σάστισμα σε ότι μονάχα μας σπρώχνει να αντέξουμε,
ηδονική στιγμή γεμίζω μέσα μου καπνό, δεν έχω υπνο, κανένας μας δεν έχει ,
ταβάνι σε πτήση αοριστου χρόνου, χώρου,
συναίσθημα ξεφυτρωνει πνιγοντάς μας σε αλήθειες μέχρι σε τριτο πρόσωπο ξημέρωμα να ξαναγινουμε νεκροί

Ώρα θανάτου

Η ώρα θανάτου αναγράφεται δίπλα στο δευτερόλεπτο της πρώτης μας ανάσας
Η ώρα θανάτου αναγράφεται στο πρώτο φιλί
Η ώρα θανάτου αναγράφεται στο πρώτο βήμα προς τα πίσω
Στο πρώτο σκιρτημα
Στο πρώτο ψέμα
Στην πρώτη αλήθεια
Στην πρώτη παραδοχή
Στον εγωισμο
Στο ξεπούλημα του τομαριού
Η ώρα θανάτου αναγράφεται στην πρώτη απουσία
Στο δειλιασμα
Στο αποβραδο που βριζεις τον πατέρα σου
Στο σπασμένο χρόνο πίσω από το θεατράλε του μελό
Η ώρα θανάτου αναγράφεται στο σάλιο της δηθενιας που μας γαμαει
Στην αγκαλιά που δεν πιστεψαμε
Η ώρα θανάτου αναγράφεται δίπλα από κάθε ψευδαίσθηση γαμιόλη εαυτού
Δίπλα στη φιλαυτια που γλεντάει σαν πουτανα φτηνή το σπασμένο μας συναίσθημα
Η ώρα θανάτου αναγράφεται στη σκιά που κρατά το σκυμμενο κεφάλι
Στην προδοσία του φίλου
Η ώρα θανάτου αναγράφεται στο μητρώο του εσωτερικού μας Ιούδα
Στα μισόλογα ενός έρωτα
Στην ανάγκη ενός φευγιού
Η ώρα θανάτου δεν αναγράφεται ποτέ μετά τον θάνατο.
Αόριστα σε έναν μελλοντα αναγράφεται, στις φλέβες αυτού που προσπαθεί να φτυσει ζωή όπως την ένιωσε
Η ώρα θανάτου αναγράφεται όταν σωνεται ο αέρας της ελευθερίας στο νου
Στα ματωμενα γονατα μιας
δικαιοσύνης
Η ώρα θανάτου αναγράφεται στο τελευταίο φιλι της μάνας
Η ώρα θανάτου αναγράφεται στο ταβανι του ψυχιατρείου
Στο ψέλλισμα ενός αντίο
Στη βασιλική που σφίγγει το ξωτικό το λάστιχο να γίνει, σύμπαν
Στην απόκοσμη προσευχή του αλκοολικου σακάτη
Η ώρα θανάτου αναγράφεται στη γεύση του ιδρώτα σου
Στην ξεχασμένη αθωότητα που έχει το στομα του λύκου
Ώρα θανατου 6πμ με ήχο Στέρεο Νοβα μας είδα να περπαταμε επιζησαντες στην άκρη μιας ταράτσας
Ώρα θανάτου η εσωτερική μας πτώση
Σκάσε μας πεθάναμε

μετωπικό

με κυνηγά η θάλασσα
προσωπογραφια μιας
στεριάς
ακατοίκητο στέρνο, θολό μου κύμα
ανυπόταχτη, μετωπικη σύγκρουση
το πιο μεγαλειώδες δίλημμα είναι της εγκατάλειψης
αίσκιοτη αιωνιότητα
το λακάκι του λαιμού
τέχνασμα σχηματίζει ένα ισοσκελές τρίγωνο
φαγωμένο σημάδι σε σκούνα
και ο ορίζοντας τραυματισμένος αυτοκαταστροφικος
στου βυθού το στερέωμα λύνουν τους γρίφους οι άγκυρες και οι αλήθειες
λυγάει τη μέση της και βγάζει φωτιά εκείνη που αμαρτανει σε ότι μισο αντέχει να δοθεί
σε ότι ολόκληρο αντέξει να αγαπήσει
δεν αγαπιεται, αφουγκράζεται
στης πνιγμονής την πρόφαση σαν αέρας δοσμένος σε τζούρα εξάρτησης

(ω)μμοριζα

ωδή της ακούσιας ματαιοδοξίας,
θεατράλε του ανείπωτου,
εκείνο το κλειδωμένο παράλληλο,
δυσβάσταχτο,
μονάδα μέτρησης η πιθανότητα σε εκείνον τον χρόνο που γέρνει και γλείφει τους ώμους μου ,

περγαμινές πάνω στη σάρκα της στιγμής, δεν μας φοβόμαστε,
εξόριστοι εκεί στα ακροδάχτυλα που γλιστράει η τελευταία μας κουβέντα
κρύβω κλειδιά , περιπλανιεμαι
-έτσι δέομαι-

καρτέρι του υπερσυντέλικου,
γύρω μου ντυμένο το αναπάντητο σου
ορθώνω πλάτη, μου δινομαι στην αντίσταση όσων δεν αντέχω να αναπνέω,
άνοιξη ανυπόταχτη,
αγέλαστοι σαν περιγραφή του Λουντέμη

χνώτα μιας ανυπόστατης αληθοφάνειας,
το γαμωτο στον καπνο μου,
δεν ακούω πια,
δεν ψυχανεμιζομαι πια

οι Παρασκευές είναι για τους αλώβητους
ότι έχει απομείνει από μισή κυκλοθύμια
όσο κοιτας τον ουρανό το νιώθεις χαμηλώνει, απαγκιστρώνομαι σε μακελιό σε ένα χαμόγελο του ψευτη,
γίνε κυκλάμινο

δ(φυγή)

Στριφογύρισμα
γύρω από τους δαίμονες, κερναω, δαγκωσε,
κυψελίδες με φως
το κρυμμένο μας εγώ να σφίγγει την θηλιά
βάλε χρώμα στη ζωή σου
είπε και μάτωσε το βλέμμα
αναρρίχηση της διαφυγής σε ότι αέρα έμεινε μέσα στα πνευμόνια μου
δυσνόητος στίχος
και μπερδεύω φωνήεντα
κουμπιάζει η ανάσα
γέρνουν οι ώμοι στη σκιά που δεν αναγνωρίζειται
νόθο αποτύπωμα
σε εκείνο που μου μοιάζει που σου έμοιαζε, ένοιαζε

Επισκέψεις

Αναγνώστες